ουκ έσται τέλος

Στα σαράντα της η Ειρήνη είχε ξαναβρεί το κέφι της.

Στην κηδεία, ήταν ακόμη θλιμμένη κι αμήχανη. Χαιρόταν βέβαια που ξαναγύρισε στο χωριό της. Μα ήθελε να ξεκουραστεί απ’ όλα αυτά.

Γρήγορα όμως η θλίψη χάθηκε μέσα στην κερκυραϊκή νύχτα. Για την ακρίβεια, διαλύθηκε σε κομματάκια, που πετάξανε μέχρι τα φώτα από το Σωκράκι και το Σπαρτύλα. Μερικά καταλήξανε στην έρημη Μυρτιώτισσα κι άλλα στο βενετσιάνικο πηγάδι ενώ άλλα πήγανε και καθήσανε στα απλωμένα ρούχα. Λίγα πέσανε σε κάτι μοχίτο στα κλαμπ της Γλυφάδας ενώ ένα προσγειώθηκε σε αμμόλοφο στον Ισσο ανάμεσα σε κάτι χάδια.

Ετσι, στα σαράντα της, είχε ξαναέρθει στα ίσα της. Στην αρχή βοηθούσε. Πήγαινε στον παππού που ετοιμαζόταν να σηκωθεί με το «Σοφία ορθη» και του ’λεγε «Δεν πειραζει, καθίστε». Κρατούσε του παπά το χαρτί με τα ονόματα να τα μνημονεύσει. Εδειχνε το δρόμο στους ξένους.

Μετά άρχισε να παραπονιεται: «Ωρέ, άλλη φωτογραφία δεν βρήκατε να μου βάλετε;» και «Εχω σκάσει, εσείς δε ζεσταίνεστε;»

Οταν είδε ότι κανείς δεν έδινε σημασία, άρχιζε να τσιγγλάει όλον τον κόσμο. Πήγαινε στο κορίτσι και της χάλαγε τα μαλλια – τάχα ότι της τα φτιανε. Τσιμπούσε τον άντρα της εκεί που αυτός καθόταν σοβαρός. Φύσαγε κι έσβηνε τα κεριά.

Στο τέλος κουράστηκε και κάθησε να ξαποστάσει στη σκια. Ηταν πολύ μεγάλη αδικία αυτό που έγινε, σκέφτηκε. Δεν θα τ΄αφήσει όμως να της χαλάσει το κέφι. «Καλά να περάσετε και τα ξαναλέμε του χρόνου, πρώτα ο Θεός» μάς φώναξε και τη φωνή την πήρε η ζέστη.

Advertisements

2 thoughts on “ουκ έσται τέλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s